Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Η αποστρατικοποίηση των Νησιών του Αιγαίου

 

Η Τουρκία θέτει και πάλι, ενόψει των διερευνητικών επαφών, που θα διεξαχθούν με τη διαμεσολάβηση της προεδρεύουσας στην Ευρωπαϊκή Ένωση,  Γερμανίας, και την υποστήριξη των ΗΠΑ, το ζήτημα της αποστρατικοποίησης των νήσων του Αιγαίου, με αναφορές στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947.

Επικαλείται αρχικά το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης, με το οποίο κυρώθηκε η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων (πρεσβευτική διάσκεψη του Λονδίνου) του Φεβρουαρίου του 1914.  Με την απόφαση αυτή παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα όλα τα νησιά που κατείχε με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, υπό την εγγύηση της Χώρας μας ότι δεν θα οχυρωθούν ούτε θα χρησιμοποιηθούν προς ναυτικό ή άλλο στρατιωτικό σκοπό. Εξαιρέθηκαν της παραχώρησης τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος, Λαγούσες Νήσοι και Καστελόριζο, που επιστράφηκαν στην Τουρκία ενώ τα υπόλοιπα, πλην Καστελόριζου, Δωδεκάνησα, παρέμειναν στην κατοχή της Ιταλίας.  Το Καστελόριζο στη συνέχεια μεταβιβάστηκε το 1921 στην Ιταλία από τους Γάλλους,  που το κατέλαβαν το 1915 και τελικά με το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης παραχωρήθηκε κι αυτό με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων στην Ιταλία.

Η Ελλάδα ισχυρίζεται πως το άρθρο 12 αφορά μόνο σε ζητήματα κυριαρχίας καθόσον τα θέματα της αποστρατικοποίησης καθορίζονται λεπτομερώς με άλλες διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης. Στο δια ταύτα υπάρχουν τρία καθεστώτα αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, τα οποία συνοπτικά αναφέρονται στο παρόν άρθρο για λόγους οικονομίας χώρου. Αναλυτική ενημέρωση μπορεί όποιος επιθυμεί να βρει στο βιβλίο «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις» του Καθηγητή Άγγελου Συρίγου, των εκδόσεων Πατάκη, που αποτέλεσε και τη βασική πηγή των σχετικών πληροφοριών στο παρόν άρθρο. Τα καθεστώτα αυτά είναι τα ακόλουθα:

α) Τα νησιά Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάννης είναι μερικώς αποστρατικοποιημένα. Απαγορεύθηκαν τα οχυρωματικά έργα και οι ναυτικές εγκαταστάσεις και οι στρατιωτικές δυνάμεις περιορίζονται μόνο στους κληθέντες σε κάθε νησί να υπηρετήσουν  τη στρατιωτική τους θητεία.

β)  Τα νησιά Λήμνος και Σαμοθράκη σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 6 υπάγονται σε καθεστώς πλήρους αποστρατικοποίησης, όπως και η Ίμβρος, Τένεδος και Λαγούσες νήσοι, λόγω της σύνδεσής τους με την ασφάλεια των Στενών του Ελλησπόντου.

Η Συνθήκη της Λωζάννης όμως σε ότι αφορά στο Καθεστώς των Στενών αντικαταστάθηκε από τη Συνθήκη του Μοντρέ του 1936, με την οποία παραχωρήθηκε ο έλεγχος των Στενών στην Τουρκία και επιτράπηκε ο επανεξοπλισμός τους.

Η Τουρκία σήμερα ισχυρίζεται πως η Συνθήκη του Μοντρέ δεν αφορά τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη. Ωστόσο κατά την κύρωσή της στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Ρουστού Αράς δήλωσε με σαφήνεια ακριβώς το αντίθετο. Στην ίδια κατεύθυνση υπάρχει και η επιστολή του Πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα (6 Μαΐου 1936) προς τον τότε Πρωθυπουργό και Υπουργό Εξωτερικών Ι.Μεταξά με σαφή αναφορά στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη.  Θα πρέπει να σημειωθεί πως εξαιτίας της απουσίας Εθνικής Στρατηγικής, ένα πρόβλημα που διαχρονικά ταλαιπωρεί τη Χώρα, η Ελλάδα δεν ακολούθησε πιστά την παραπάνω επιχειρηματολογία. Το 1969 όταν η Τουρκία διαμαρτυρήθηκε για έργα στο αεροδρόμιο της Λήμνου η Ελλάδα, αντί να απορρίψει τις διαμαρτυρίες ως ανυπόστατες, είπε πως οι εργασίες αφορούν ανάγκες της πολιτικής αεροπορίας, αποδεχόμενη έμμεσα το καθεστώς αποστρατικοποίησης.

γ)  Για τα Δωδεκάνησα προβλέπεται η πλήρης αποστρατικοποίηση με τη Συνθήκη των Παρισίων (άρθρο 14) με την οποία παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης αυτής κι άρα δεν έχει το δικαίωμα να την επικαλείται η δε αποστρατικοποίηση ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης των Σοβιετικών με τους δυτικούς και δεν αφορά στην ασφάλεια της Τουρκίας.

Η Ελλάδα αποδέχεται τις υποχρεώσεις της από τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων και παραδέχεται πως από το 1974, μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ξεκίνησε την στρατικοποίηση των νησιών επικαλούμενη το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ, απέναντι στην Τουρκική απειλή, την οποία ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας δημιουργείται από τη στιγμή που η Χώρα δεχθεί επίθεση. Ως εκ τούτου επιμένει πως είναι παράνομη η στρατικοποίηση των νησιών πριν συμβεί αυτό.  Η Ελλάδα επικαλείται το δικαίωμα της προληπτικής άμυνας όταν η επίθεση είναι επικείμενη και με δεδομένο πως η αμυντική αντίδραση σε ενδεχόμενη επίθεση είναι αδύνατη λόγω της μεγάλης απόστασης που χωρίζει τα νησιά από την ηπειρωτική Ελλάδα.  Γιατί επικείμενη;

Διότι η Τουρκία απειλεί ευθέως τη Χώρα μας με πόλεμο. Διατηρεί από το 1974 την 4η Στρατιά στη Σμύρνη με κατάλληλες για αποβατικές επιχειρήσεις δυνάμεις και διεξάγει μονίμως ασκήσεις στο Αιγαίο με σενάρια κατάληψης νήσου.

Αμφισβητεί την Ελληνικότητα νήσων ακόμη και κατοικημένων από Έλληνες πολίτες και επιδιώκει την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, τελευταία και των Παρισίων, διεκδικώντας ελληνικά νησιά στο πλαίσιο επίτευξης των μαξιμαλιστικών της στόχων. Όπως προκύπτει και από την τελευταία κρίση έχει επιλέξει αντί της διαπραγμάτευσης, της διπλωματίας και της επίλυσης των διαφορών στη βάση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, την προβολή στρατιωτικής ισχύος και την χρήση απειλών  στο πλαίσιο προώθησης των συμφερόντων της.

Είναι ξεκάθαρο πως η Τουρκία δεν κινδυνεύει από ελληνική επίθεση στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπως υποστηρίζει,  με χώρο εξορμήσεως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Τέτοιας μορφής επιχείρηση είναι εκτός των δυνατοτήτων των Ελληνικών Δυνάμεων. Πέραν τούτου η Ελλάδα ουδέποτε αμφισβήτησε τα σύνορα όπως ορίστηκαν από τη Συνθήκη της Λωζάννης, ούτε ποτέ πρόβαλλε σχετικές διεκδικήσεις και δεν εκτόξευσε απειλές εναντίον της Τουρκίας. Αντίθετα πάντα υποστηρίζει και αγωνιά για την διατήρηση του υφιστάμενου status quo.

Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί η επιμονή της Τουρκίας στο ζήτημα αυτό;  Ένας λόγος θα ήταν να μπορέσει όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν (εξασφάλιση εξωτερικής νομιμοποίησης) να καταλάβει με σχετική ευκολία ένα ή περισσότερα από τα νησιά αυτά.    Θα μπορούσε κάποιος επίσης να ισχυριστεί πως ενόψει μιας διαπραγμάτευσης φορτώνει τη φαρέτρα της με όσο το δυνατόν περισσότερα διαπραγματευτικά όπλα, που της προσδίδουν δυνατότητα ελιγμών, δηλαδή αποκτά την ευχέρεια να παραχωρήσει όσα επί της ουσίας δεν την ενδιαφέρουν, όπως το ζήτημα αυτό, για να κερδίσει αυτά που πραγματικά επιδιώκει και επιθυμεί.

Ίσως όμως η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται στο βιβλίο «Στρατηγικό Βάθος» του πρώην Πρωθυπουργού, Υπουργού Εξωτερικών και κυρίως του εμπνευστή-διαμορφωτή της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας στα χρόνια του AKP, καθηγητή κ. Νταβούτογλου. Αναφέρει πέραν των άλλων πως το Αιγαίο  αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο  κομβικό σημείο της «Ευρασιατικής» ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά-Νότου. Η στρατηγική του σημασία δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία αλλά τις παρευξείνιες χώρες καθώς επίσης και τις περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις και υποστηρίζει πως χωρίς τον έλεγχο του Αιγαίου και της Κύπρου η Τουρκία δεν μπορεί να διεκδικήσει το ρόλο Περιφερειακής δύναμης. Και πως η αποστρατικοποίηση των νήσων  θα της δώσει την δυνατότητα ελέγχου του Αιγαίου;

Πέραν του ζητήματος της ασφάλειας, η παρουσία των ενόπλων δυνάμεων έχει ένα ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα που συνδέεται στενά με το στοιχείο της κυριαρχίας.   Η αποστρατικοποίηση των νήσων, όχι από επιλογή αλλά με επιβολή, σημαίνει περιορισμένη κυριαρχία, που ενισχύει τη θέση της Τουρκίας «περί ειδικών συνθηκών» στο χώρο αυτό και ανοίγει το δρόμο για το γκριζάρισμα όλου του Αιγαίου μέχρι τον 25ο μεσημβρινό.  Έτσι η Τουρκία εξασφαλίζει τον έλεγχο του Αιγαίου, προαπαιτούμενο σύμφωνα με τον κ. Νταβούτογλου, για την υλοποίηση του οράματος τής μετατροπής της σε περιφερειακή δύναμη.

Η Ελλάδα είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Χώρα, χωρίς μαξιμαλιστικές διαθέσεις, όπως απέδειξε με τις πρόσφατες, ετεροβαρείς σε βάρος της, συμφωνίες, οριοθέτησης ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο. Τηρεί ένοπλες δυνάμεις και προβαίνει σε εξοπλισμούς, πέραν των υποχρεώσεών της από τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, εξαιτίας της υπαρκτής Τουρκικής απειλής και των μαξιμαλιστικών της σχεδίων, τη στιγμή που οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες φροντίζουν μόνο για την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία των πολιτών τους. Αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους στην Ευρώπη. Όταν εκλείψει η απειλή αυτή τότε δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να διατηρεί δυνάμεις στα σύνορα κι άρα και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Εξάλειψη της απειλής όμως δεν σημαίνει απλά διάλυση του Στρατηγείου της 4ης Στρατιάς ή ακόμη χειρότερα μεταφορά του σε άλλη περιοχή μακριά από τα παράλια της Μικράς Ασίας, λύση, που σύμφωνα με δημοσιεύματα φαίνεται να προωθείται, ενόψει των διερευνητικών επαφών, από τη Γερμανία.  Εξάλειψη της απειλής σημαίνει κατ’ αρχήν άρση της απειλής πολέμου (casus belli) και ακολούθως επίλυση των διαφορών, που αφορούν στην οριοθέτηση ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας, στη βάση των κανόνων του διεθνούς δικαίου με απευθείας διαπραγματεύσεις ή με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αποδοχή του υφιστάμενου status quo όπως αυτό διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης και των Παρισίων και εγκατάλειψη του αναθεωρητισμού με μια νέα διεθνή συμφωνία, που θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα όλα αυτά τα ζητήματα. Και βέβαια οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν μπορούν να κλείσουν χωρίς βιώσιμη λύση στην Κύπρο.

Είναι αυτό εφικτό σήμερα; Πρέπει να είναι αφελής κάποιος για να πιστέψει πως ξαφνικά ο Ερτογάν θα εγκαταλείψει τα μαξιμαλιστικά του σχέδια για τα οποία εδώ και πολλά χρόνια, με μεγάλη επιμέλεια, προετοιμάζεται, και για την υλοποίηση των οποίων δεν διστάζει να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις σε Συρία, Ιράκ και Λιβύη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Κύπρο διατηρεί ακόμη κατοχικά στρατεύματα παρά τα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ/ΟΗΕ. Η αντιμετώπιση της υπαρκτής, πέρα από αμπελοφιλοσοφίες και φληναφήματα, τουρκικής απειλής επιβάλει την πολεμική προπαρασκευή της Χώρας στο βαθμό εκείνο που η Τουρκία θα πειστεί πως δεν μπορεί να επιβάλει δυναμικά τις αξιώσεις της, όχι μόνο στον Ελλαδικό χώρο αλλά και στην Κύπρο, όπου πέραν της ηθικής υποχρέωσης προστασίας του ελληνισμού η Ελλάδα έχει σημαντικά ζωτικά συμφέροντα, τα οποία πολλές φορές ξεχνάμε.  Είναι ο μόνος δρόμος για να εξασφαλίσουμε την ειρήνη χωρίς την εκχώρηση ή απεμπόληση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων ειδικά στο σημερινό ασταθές και επικίνδυνο για την ειρήνη διεθνές σύστημα. Ο Ερτογάν και η Τουρκία έχουν αποδείξει πολλές φορές πως σέβονται την ισχύ και την αποφασιστικότητα και περιφρονούν την αδυναμία.  Ναι, είναι υψηλό το τίμημα, όμως η ελευθερία και η ειρήνη δεν κοστολογούνται.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΘΕΟΦΑΝΟΥΣ είναι υποστράτηγος ε.α., οικονομολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Εθνική Στρατηγική-Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο», η Β’ έκδοση του οποίου έχει ήδη κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχειοθήκη ιστολογίου