Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΜΙΑΚΗ ΤΗΣ ΝΑΞΟΥ “ετσά κι εμείς περιμένομενε πότε θα 'νοίξει το Τριώδι 'ια να 'μπομενε στα γλένδια των αποκριώ”.

Χειρόγραφο Ν. Ι. Κορρέ 1456/1971 του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Μα ιντά να σας σε πω! Όπως το ουρνί απού την ώρα που θα εννηθεί περιμένει το λαιμοτόμο, ετσά κι εμείς περιμένομενε πότε θα 'νοίξει το Τριώδι 'ια να 'μπομενε στα γλένδια των αποκριώ.
Ιατί ετσά θα αύρομε γκι εμείς την ευχαιρία να αποφύομενε απού τη γκαθημερήσια βασάνιση τση ζωής, να τραουδήσομενε, να πιούμενε παραπάνω, να καοφάμενε και να χορέψομενε ια το καό τω μερώ και ια να ξεμουδιάσουνε μνια 'υχιά και τα ποδάργια μας, που γαργαλιούνταινε και θένε να δείξουνε τη δύναμή ντωνε με το χόρεμα κια νείμαστενε και νεαροί να κάμομενε εντύπωση στσι κοπεούδες και να λένε συναμεταξύ ντωνε: “Εύρισε ειφτός, μάτι μη ντόνε πιάσει, ιντά καά που χορεύγει. 

Σα ντο Μπροσφύρη τον αντρειωμένο στήνεται. Αφερούντου”. Κι εμείς θωρώντας να μασε κρυφοκαμαρώνουνε δόστου και στηνούμαστενε και παίρνομενε καβάδια και κανόνια και κάνομενε τσαλίμια μέχρι να ξεκαντουνιαστούμενε και ξεχύνουνταινε απού μέσα μας τα κρυφά αγαπήματα και οι ορμές και τσι θωρούμενε... ποταμοί νίντρω. Ας είναι!
Μόλις το λοιπό ανοίξει το Τριώδι αρχινούνε τα σκουδερέματα απού το σφάξιμο «τω θρεφτώ» (χοίρων). Τσι βάνουνε τσι δυστυχισμένοι κάτω και θες με μνια γκάμα, θες με καένα μπαρτά τσι μαχαιρώνουνε στο ριζάφτι και στη σφαουργιά και ουίζουνταινε τα κακορρίζικα τα ζωντανά και τσι βαστούνε ερά ια να χυθεί το αίμα ντωνε σ' ένα νταψί και να το τηανίσουνε και άμα πχια σβύσει η πνοή ντωνε τσι περιχύνουνε με χοχλακιστό νερό, ια να μαακώσουνε οι τρίχες ντωνε και να φύει απού πάνω ντωνε η γλύδα. Και τσι ξυρίζουνε απού τη γκορφή μέχρι τα νύχια με ένα νακονισμένο μαχαίρι και ίνουνταινε οι ερίφηδες ουλί. Άσι δα που καμνιά φορά φεύγουνε με το μαχαίρι στο λαιμό και τσι κυνηούνε και το ίντα ίνεται τότες δε λέεται! Ύστερα τσι κρεμνούνε στο γάτζο και τσι ξεκοιλιάζουνε και βγάνουνε τα τζιέργια και τηανίζουνε τη νίδια νώρα το συκώτι και τρώνε και πίνουνε όσοι νεβοηθήσανε στη σφαή και όσοι άλλοι λάχουνε. Στο συναμεταξύ παραστέκουνταινε τα κοπέλλια και τσακώνουνταινε πχοιό να πρωτοπάρει τη φούσκα του χοίρου να τήνε φουσκώσει. Και όσο και να φουσκώνουνε δε σπα. Μόνου που απού το πολύ φύσημα δε μπορούνε ύστερα να μιλήσουνε. Και ο νοικοκύρης του χοίρου θε να φυάξει το καπρομπήδημα ια να 'λειεύγει τα ξώραφα παπούτσια ντου, απού χοντρό πετσί και απού χοντρό καουτσούκου καωμένα, να μαακώνουνε. Ύστερα θα χωρίσουνε το κριάσι σε παρθχιές και θα στείουνε και στσι συγγενολόοι και στσι φίλοι που δεν έχουνε κι ετσά καένας δεν απομείνει με χωρίς χερνό. Μα του καμένου ντου χοίρου δε σταματούνε επά τα βάσανα ντου! Η ουρνοκεφαλή θα ενεί πηχτή, τα άντερα αρμαθχιές παραεμισμένες, μπόλικο κριάσι γλυνερό και το λαρδί παστό μέσα σε πολύ χοντροκοπανισμένο αάτι. Και θα σοδιαστεί να το 'χουνε μέχρι το Ρηανιστή κοντά να το τηιανίζουνε με αυγά ή να το μαερεύγουνε με πατάτες που ρουφούνε και το 'αρδί κι ετσά δε μπουχτίζει καένας σφαώνοντάς το. Και που να το τρως ωμό με σκληβό ζυμωτό ψωμί! θαρρείς μάθια μου πώς είναι το μέλι τω μελιώ. Δυο τρεις μέρες είναι στο ποδάρι όο ντο σπιτικό ώσπου να καταβολέψει το χοίρο. Ύστερα δα αρχινούνε τα γλέδια. Μεζεκλίκια υπάρχουνε μπόλικα και οι μεθύρες είναι ντίγκα το κρασί που είναι δυναμίτης, ιατί δε βάνουνε μέσα μπαχάργια και φαρμάκια. Α μπεις και ιά τυρικά δε λείπουνε. Και ψωμί μπόλικο, δόξα σοι ο θεός και όχι απού κείνο το άσπρο που φέρνουνε οι ξενικοί, παρά ζυμωτό. Το κεάρι είναι 'εμάτο. Ευτά δα μας είναι μπερκέτι ια να διασκεδάσομενε. Δε θέμενε πιο ποά. Που τσι άλλοι χρόνοι που ήτανε όα με το αξαϊαστήρι και με το απηδοκόπι. Τώρα όα είναι μπόλικα, χίλιες δόξες ,να 'χεις θεέ μου! Ετσά το λοιπό, κάθε αποσπερνό, πότε στο 'να σπίτι και πότε στ' άο μαζεύγουντανε νιοι, αμουρουζάρηδες, κοπεούδες, ονείς και μανάδες, γριές και έροι και αρχινού ντο φαοπότι. Το σφούνι πααινόρχεται από στόμα σε στόμα, ενώ παραπέρα το σφουνοκάαμο περιμένει να το ξαναεμίσει άμ' αδειάσει. Κι ανάβγου ντα αίματα κι αρχινούνε οι ντουμπακάρηδες τη τζαμπούνα και το ντουμπάκι και τεντώνουνταινε τα ποδάργια και ώσπου να πεις ένα, είν' όλοι στο ποδάρι και βαστούμενοι χέρι χέρι αρχινού ντο χορό. Και χορεύγουνε και χορεύγουνε και ξακλουθούνε μέχρις που να λαλήσει το πουλί κι λες: “Ω βοή που μού 'ρθενε. Μα που βρίσκου ντη δύναμη! Φτου να μη μαθιαστούνε”. Κι άμα σκεφτείς πως ευτοί οι αθρώποι όλη ντη νημέρα εσκάβγανε και πολεμούσανε, ο πλησμός σου ίνεται ακόμα πιο μεγάος. Αφόβηστη ράτσα, 'εροδεμένα κόκκαα! Ετσά περνού ντα βράδια και φτάνουμε με το καό, στη Γκριατινή Γκυριακή. Ετότες δα είναι κι αν είναι. Πήχτρα οι καφενέδες απού τσ' αθρώποι οονώ ντων εληκιώ. Μα το λέει και το τραουδάκι: “Ήρθανε κι οι αποκριές Που θα γλεντήσου γκι οι γριές”.
ΤΟ ΒΡΗΚΕ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΠΗΛΙΑΚΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχειοθήκη ιστολογίου