Φαινομενικά η Νέα Δημοκρατία παραμένει σε μια κυρίαρχη θέση στο πολιτικό σκηνικό. Κυβερνά εδώ και επτά χρόνια, έχει αλλάξει βασικές πλευρές του θεσμικού πλαισίου της χώρας και έχει διαχειριστεί τα μεγάλα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Υπερηφανεύεται ότι έχει εξασφαλίσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, ότι έχει δώσει μεγάλες αυξήσεις στον βασικό μισθό και ότι έχει δει τον μέσο μισθό να είναι σε υψηλά επίπεδα. Οι υπουργοί της περιφέρονται στα κανάλια και κάνουν θριαμβευτικούς απολογισμούς του κυβερνητικού έργου, απαριθμώντας ανακαινίσεις νοσοκομείων, δημόσια έργα και «μεταρρυθμίσεις». Είναι μια κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι έχοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να ξεκινήσει μια διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης που θα διαμορφώσει το μέλλον της χώρας ως προς τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών για τις επόμενες δεκαετίες.
Επιπλέον, η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις, έχει την πιο συμπαγή και με λιγότερες απώλειες εκλογική βάση, αυξάνει τη συσπείρωσή της το τελευταίο διάστημα, και εάν μπορέσει να κερδίσει ένα σημαντικό μέρος των «αναποφάσιστων» έχει μπροστά της έναν ορίζοντα τρίτης αυτοδύναμης θητείας.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον έλεγχο της «πολιτικής ατζέντας». Ακόμη περισσότερο: θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το δικό της πολιτικό αφήγημα είναι κυρίαρχο. Άλλωστε, πολλές φορές και η ίδια η κυβέρνηση συμπεριφέρεται ως να είναι η μόνη πολιτική δύναμη που έχει ένα σαφές και ξεκάθαρο αφήγημα, το οποίο υποστηρίζει με την πολιτική της πράξη, την ώρα που οι αντίπαλες δυνάμεις της κυρίως κάνουν πολιτική στα δικά της πεπραγμένα.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή βλέπουμε τη Νέα Δημοκρατία να επιδίδεται σε ένα μπαράζ τοξικότητας στις δημόσιες παρεμβάσεις, τον Πρωθυπουργό να υιοθετεί ρητορική που παραπέμπει στον Διχασμό και τον Εμφύλιο, κυβερνητικά στελέχη να κατηγορούν την κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα για ηθική αυτουργία εάν όχι καθοδήγηση της τρομοκρατίας και τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, σε ένα πρωτοφανές συκοφαντικό παραλήρημα, από το οποίο αναγκάστηκε να πάρει αποστάσεις ακόμη και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, να υποστηρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας χρηματίστηκε για να προχωρήσει στις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα.
Είναι σαφές ότι μια τόσο γρήγορη κατρακύλα σε ένα τέτοιο είδος πολιτικής αντιπαράθεσης – που υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε εκδοχή «σκληρού ροκ» για να θυμηθούμε ένα παλαιότερο κλισέ – δεν αναλογεί σε κυβέρνηση που έχει τον έλεγχο του παιχνιδιού. Πολύ περισσότερο αναλογεί σε κυβέρνηση που βρίσκεται σε πανικό, αισθάνεται ότι η θέση της απειλείται και προσπαθεί να οικοδομήσει μια αμυντική γραμμή βαθαίνοντας τις διαχωριστικές γραμμές.
Γιατί πολύ απλά η κυβέρνηση δεν έχει τον έλεγχο του αφηγήματος. Πιο σωστά: το αφήγημά της αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να πείσει ένα τμήμα της κοινωνίας τόσο μεγάλο, ώστε να μπορεί να οικοδομήσει δυναμική εκλογικής νίκης. Και αυτό έχει να κάνει με το ίδιο το γεγονός ότι σημαντικές πλευρές του αφηγήματος αντιπροσωπεύουν όχι την πραγματικότητα, αλλά τους κυβερνητικούς ευσεβείς πόθους.
Η κοινωνική «κανονικότητα» στην οποία επένδυσε τόσο πολύ από το 2019 και μετά, αυτή τη στιγμή έχει μετασχηματιστεί, υπό το βάρος της ακρίβειας και της κρίσης κόστους ζωής που πλήττει τη μεσαία τάξη και τα λαϊκά στρώματα, σε οικονομική ανασφάλεια, με τους πολίτες να βλέπουν τις αυξήσεις στα εισοδήματα να μην μεταφράζονται σε αυξημένη αγοραστική δύναμη αλλά να εξανεμίζονται, την ώρα που ιδίως η στέγη καθίσταται όλο και πιο απρόσιτη.
Η υπόσχεση μιας εύρυθμης λειτουργίας του κράτους έχει διαψευστεί από μια διαχείριση υποδομών του τύπου «πάμε και όπου βγει» που οδηγεί σε τραγωδίες όπως των Τεμπών, από μια πολιτική προστασία που περιορίζεται στο «112», και βεβαίως από έναν ορυμαγδό σκανδάλων που έχουν κάνει αυτή την κυβέρνηση να έχει ίσως τον μεγαλύτερο αριθμό στελεχών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ποινικής διερεύνησης.
Η θεσμικότητα έχει υποκατασταθεί από τη συνεχή χειραγώγηση όλων των θεσμών, από τις Ανεξάρτητες Αρχές έως τη Δικαιοσύνη, που μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην κυβερνητική αυθαιρεσία, την ώρα που η διαφθορά αρχίζει να μοιάζει όντως ενδημική. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει το «θεσμικό DNA» της χώρας ολοένα και περισσότερο φαντάζει ως απέλπιδα – καθώς ξέρει ότι δεν έχει τώρα και δεν θα έχει στην επόμενη Βουλή την αναγκαία πλειοψηφία για να «συνταγματοποιήσει» την ίδια την παραμονή της στην εξουσία. Και βέβαια έχει να αντιμετωπίσει τη σιωπηλή εξέγερση της «παραδοσιακής δεξιάς» στο εσωτερικό της που ήδη φαίνεται να δίνει απήχηση στις παρεμβάσεις και δυναμική στις πρωτοβουλίες του Αντώνη Σαμαρά,
Όλα αυτά τα βλέπουν οι πολίτες και αυτό αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, όπου φαίνεται ότι ακόμη και με την αναμενόμενη συσπείρωση που αναλογεί σε μια προεκλογική περίοδο, η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην έχει δυναμική αυτοδυναμίας σε καμία περίπτωση. Και αυτό εξηγεί τα σημάδια πανικού που ήδη δείχνουν.
Βεβαίως, το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία δεν ελέγχει το πολιτικό αφήγημα, δεν σημαίνει ότι έχει αναδειχτεί, τουλάχιστον ακόμη, ένα αντίπαλο αφήγημα που να εμπνέει την κοινωνία και να διαμορφώνει πλειοψηφική συσπείρωση. Προφανώς είμαστε στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, αλλά στην πολιτική όλα αυτά δεν είναι υπόθεση απλώς σταδιακής αύξησης δυνάμεων, αλλά κρίσιμων κόμβων. Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα πέρασε την πρώτη δοκιμασία που ήταν να δείξει ότι είναι ο αποτελεσματικότερος πόλος αντιπολίτευσης. Όμως, έχει μπροστά της την πιο μεγάλη δοκιμασία που είναι να πείσει ότι έχει όντως ένα εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα, που να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστικό ως προς το μέγεθος των αλλαγών και ρεαλιστικό ως προς τον βηματισμό και την υλοποίησή του. Σε αυτή τη δοκιμασία θα κριθεί τελικά όχι απλώς το αποτέλεσμα των εκλογών αλλά και το μέλλον της χώρας.
Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να έχει χάσει σε ένα βαθμό την ψυχραιμία της, αλλά ταυτόχρονα είναι σαφές ότι θα επενδύσει ιδιαίτερα σε μια προεκλογική εκστρατεία γεμάτη διλήμματα και θα προσπαθήσει να συσπειρώσει γύρω της κοινωνικές δυνάμεις και συμφέροντα που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στη χώρα, με ορίζοντα τον ενδεχόμενο εκβιασμό «προθύμων» υποστηρικτών της δικής της στρατηγικής.
Και η απάντηση σε αυτό δεν είναι η αποδόμηση του κυβερνητικού «έργου», αλλά πρωτίστως η πρόταση διακυβέρνησης που θα παραπέμπει σε ένα νέο εφικτό όραμα για μια χώρα πιο δίκαιη, έτσι ώστε να διαμορφωθεί πλειοψηφική δυναμική για την αλλαγή. Και τότε ούτε η τοξικότητα, ούτε οι εκβιασμοί θα μπορούν να αποδώσουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.