Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

1 σχόλιο:

  1. Ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ!!!


    Χτυπά αλύπητα την πέτρα ολομόναχος, στην άδειά του, σε κάποια από τα αχτιά του νησιού μας. Στόχος του να ορθώσει το μικρό πέτρινο πυργί του και να ιχνηλατήσει την αισθητική του στον άγριο νησιώτικο χώρο. Να βολέψει τ’ όνειρό του, με την πρωτόγονη αμαρτωλή ελπίδα, πως ο χρόνος δεν θα τον ξεχάσει. Ένα μικρό παιχνίδι αθανασίας, έντιμο όμως απέναντι σ’ αυτά που πνίγουν τον καθημερινό άνθρωπο. Νταμαρτζής, λασπιάς και πετροχτίστης, χωρίς προφανή λόγο, απαρνιέται την εύκολη πολυτέλεια της παραλιακής καφενόβιας απόλαυσης μέσα στη σιωπή της πέτρινης σκληρότητας.
    Λαμπάδες κομμένοι στο χέρι, που μαρτυράνε την εξάτμιση του θυμού του, για το άδικο, που καθημερινά βιώνει στο κύριο έργο του προσπορισμού του.
    Πέτρες που για εμάς είναι άλαλες, σ’ αυτόν ρητορεύουν γλυκομιλώντας του, πως είναι το συμφωνημένο πραχτικό της φύσης για αντιπαροχή πνευματικού καταφύγιου. Τα «νερά» τους είναι τα σημάδια που θα «καμπανίσει» το σφυρί του πριν να σκιστούν και καταλήξουν αιώνια στασίδια ανωδομής.
    Ο παράγωνος βράχος πελεκιέται και λοστεύεται για να γίνει πλάκα και πλακοπούλα, πάτημα κι αρμονία, απάντηση στο ανάρμοστο παρελθόν.
    Μέσα στο βράχο εκείνος βλέπει τον προορισμό του και μας κάνει κατήχηση στην ικανότητα των προγόνων του που γέμισαν το σάκο της εμπειρίας του και τον έκαναν δημιουργό με ανάστημα μεγάλο, κορμί ιδρωμένο κι ανάσα μικρή μα ψυχωμένη.
    Χέρια που στο εσωτερικό τους τραχιά, έμαθαν να αναζητούν τη ζώσα ύλη, στην άγρια πέτρα και συνάμα στη βελούδινη σάρκα της γυναικείας ύπαρξης.
    Είναι ο πολιτισμός του, είναι η κραυγή του, είναι ο σεβασμός που στέλνει αυτός κι αναζητά η Γή του για να συνεχίζει να του δίνει άδεια για το τοίχισμα πάνω της, του έμψυχου βίου του.

    « Ο ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΑΝΙΚΛΕΙΟΥ» της νήσου Νάξου
    Υ.Γ. Τι άλλο θα μπορούσα να προσθέσω και να του αφιερώσω εκτός από ένα απόσπασμα του Ελύτη

    …. Ἄλλο ἐγώ
    πάρεξ τὸ θυμάρι στὴν καρφῖδα τοῦ ἥλιου δέν ἐγνώρισα
    – καὶ πάρεξ
    τὴ σταγόνα τοῦ νεροῦ στ’ ἄκοπα γένια μου δέν ἔνιωσα,
    – μὰ τραχύ τὸ μάγουλο ἔθεσα στὸ τραχύτερο τῆς πέτρας
    αἰῶνες κ’ αἰῶνες.
    – Ἐκοιμήθηκα πάνω στὴν ἔγνοια τῆς αὐριανῆς ἡμέρας
    ὅπως ὁ στρατιώτης ἐπάνω στὸ ντουφέκι του.
    – Καὶ τὰ ἐλέη τῆς νύχτας ἐρεύνησα
    ὅπως ὁ ἀσκητής τὸ Θεό του.
    – Ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα μου ἔδεσαν διαμάντι
    καὶ στὰ κρυφά μοῦ ἀντικαταστήσανε
    – τὴν παρθένα τοῦ βλέμματος.
    Ἐζυγίσανε τὴ χαρά μου καὶ τὴ βρήκανε, λέει, μικρή
    – καὶ τὴν πατήσανε χάμου σὰν ἔντομο.
    Τὴ χαρά μου χάμου πατήσανε καὶ στὴν πέτρα μέσα τὴν κλείσανε
    – καὶ στερνά τὴν πέτρα μοῦ ἀφήσανε,
    τρομερή ζωγραφιά μου.
    – Μὲ πελέκι βαρύ τὴ χτυποῦν, μὲ σκαρπέλο σκληρό τὴν τρυποῦν,
    μὲ καλέμι πικρό τὴ χαράζουν, τὴν πέτρα μου.
    – Κι ὅσο τρώει τὴν ὕλη ὁ καιρός, τόσο βγαίνει πιό καθαρός
    ὁ χρησμός ἀπ’ τὴν ὄψη μου:
    – – ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
    – – ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχειοθήκη ιστολογίου