Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

"Ασφαλείς ήρωες στην Ελλάδα είναι μόνον οι νεκροί ήρωες" Γράφει ο Πέτρος Ευθυμίου

Την 21 Απριλίου του 1967, οι μαθητές της Β’ Λυκείου του Ε΄ Γυμνασίου Αρρένων Εξαρχείων, είμασταν ήδη βετεράνοι των κάθε μορφής κινητοποιήσεων της  ταραγμένης  δεκαετίας του 1960.  Το βάπτισμα το είχαμε πάρει στις κινητοποιήσεις για την Κύπρο του 1963. «Πρωτάκια» τότε εμείς, ακολουθήσαμε τα παλληκάρια της έκτης τάξης, που γκρέμισαν την πόρτα  και παρέσυραν όλο το σχολείο  σε μια πορεία, που, από την οδό Τοσίτσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο κατέληξε μέσω της Σταδίου και της Κοραή στα Προπύλαια.
Αλλωστε, το Ε’ Γυμνάσιο ήταν «φυσικά» πολιτικοποιημένο. Πέντε, τουλάχιστον, μαθητές του, είχαν εκτελεστεί απο τους Γερμανούς στην Κατοχή για συμμετοχή στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα. Οι μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων είχαν προλάβει τον υπερεθνικόφρονα καθηγητή, που διαβεβαίωνε κάθε τόσο τους ακροατές του, ότι είχε επιζήσει από τους «συμμορίτας μαθητάς του» διότι η χειροβομβίδα που του έρριξαν ήταν ιταλική και όχι αγγλική ή γερμανική.

Γύρω από το σχολείο, τα Εξάρχεια γινόταν δεύτερο σχολείο. Δεν ήταν μόνον η πλειοψηφία των φοιτητών (τα Εξάρχεια ήταν τότε η κατεξοχήν συνοικία που στην οποία κατοικούσαν οι φοιτητές από την επαρχία), που έπαιζε ρόλο σ αυτό. Ηταν επίσης η γειτονιά μιας ορισμένης –τουλάχιστον- διανόησης, που έδωσε τον τόνο σε πολλά, στην έντεχνη μουσική, στο θέατρο, την ζωγραφική.  Δίπλα μας περνούσε ο Σταύρος  Ξαρχάκος (απόφοιτος επίσης του Πέμπτου) , στον λόφο Στρέφη άκουσα πρώτη φορά μαγεμένος την ευγενή μορφή του Νίκου Χουλιαρά να τραγουδάει την «χαλασιά μου». Στην πλατεία Εξαρχείων επίσης την ίδια εποχή κυριαρχούσε ο Αλέφαντος και μας μυούσε στον κόσμο των μπεχλιβάνηδων ο Ανδρέας Μαζαράκης.
Από τον Ιούλιο του 1965 ως τον Απρίλη του 1967, αρκετές δεκάδες μαθητές του Πέμπτου, αριστεύσαμε και στην τέχνη των διαδηλώσεων. Είμασταν πεπεισμένοι, πως «η Δημοκρατία θα νικήσει». Δεν φοβόμασταν καμιά εκτροπή. Αλλωστε, όλοι οι καθοδηγητές μας, είτε στην Αριστερά, είτε στην Κεντροαριστερά, μας διαβεβαίωναν, πως δεν μπορεί να επιχειρηθεί δικτατορία, αλλά και να τολμήσουν κάποιοι, θα συντριβούν από τον λαό.
Η δικτατορία υπήρξε λοιπόν για μάς τους δεκαεφτάρηδες, πρίν απ΄όλα, η κατάρρευση αξιοπιστίας του παλιού πολιτικού κόσμου. Νιώσαμε ότι υπήρξαν λίγοι και ανίκανοι. Οτι τίποτα δεν κατάλαβαν και τίποτα δεν έπραξαν, ώστε η Χούντα να μην μπορέσει να επιβληθεί, τόσο άνετα.
Ακόμα περισότερο αντιληφθήκαμε την έλλειψη κάθε μορφής προετοιμασίας του παλαιού πολιτικού κόσμου, όσοι θελήσαμε να αντισταθούμε ενεργά στην χούντα και διαπιστώσαμε, ότι καμιά πολιτική δύναμη, ακόμα και η Αριστερά, δεν είχε καμιά προπαρασκευή για ένα παρόμοιο ενδεχόμενο. Οσα λέγονταν για τους «Δημοκρατικούς Συνδέσμους» που είχαν αναπτυχθεί σε όλη την Ελλάδα, για την παρόμοια προπαρασκευή της Νεολαίας Λαμπράκη, ώστε, αν κάποιοι τολμούσαν να κινηθούν, «θα χτυπάγαν οι καμπάνες και ο λαός θα έπνιγε  με το πλήθος και το πάθος της κινητοποίησης του τους πραξικοπηματίες» ήταν ένα αφήγημα παρόμοιο με το «ξανθό γένος» μιας προηγούμενης παραμυθίας.

Οργανώθηκα τελικά τον Δεκέμβρη του 1967 στον «Ρήγα Φεραίο», με στρατολόγο τον Νίκο Θωμόπουλο. Δούλεψα, με προκηρύξεις, διανομή εντύπων, αναγραφή συνθημάτων σ αυτή την οργάνωση, ως τον Οκτώβρη του 1968. Τον Οκτώβρη του 1968, με τον Γιώργο Γλυνό, τον Γιώργο Μαλακό, τον Περικλή Γρίβα, τον Γιάννη «παππού» Χαριτόπουλο και άλλους συντρόφους ξεκινήσαμε την οργάνωση ΣΕΠ, (Σοσιαλιστική Επαναστατική Πάλη), που είχε στόχο την «δυναμική αντίσταση για την ανατροπή του καθεστώτος και την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης».  Από Κύπριο σύντροφο πήρα το 1969 την πρώτη εκπαίδευση στα εκρηκτικά. Το 1970, η ΣΕΠ επιχείρησε μια «ενότητα στην δράση» με το «Κίνημα 20ης Οκτώβρη». Ενότητα που τελικά δεν ευδοκίμησε. Αλλά για δύο χρόνια, από το 1970 ως το 1972, μετείχα, ως σύνδεσμος των δύο οργανώσεων σε πυρήνα της 20ης Οκτώβρη. Τότε διαμορφώθηκαν  δεσμοί  με συντρόφους της 20ης Οκτώβρη: τον Ακη Πιστικίδη, τον Δημήτρη Ψυχογυιό, τον Γιάγκο Ανδρεάδη, τον Κώστα Βαικούση. Το καλοκαίρι του 1971 στο Παρίσι, είχα μια δεύτερη εκπαίδευση στα όπλα και τα εκρηκτικά.
Παράλληλα, το 1971, με τον Λαοκράτη Βάσση, τον Ερατοσθένη Καψωμένο, τον Δημήτρη Καψωμένο, τον Ηλία Νικολούδη , τον Παναγιώτη Κανελλάκη, με την διαρκή βοήθεια της Μαρίας Μπέκεττ και στενή σύνδεση με τον Βάσο Λυσσαρίδη στην Κύπρο, ενεργοποιήσαμε την οργάνωση ΔΑΣ (Δημοκρατικός Απελευθερωτικός Στρατός) παρακλάδι της “Δημοκρατικής Αμυνας”, υπό τον Γιώργο Μυλωνά.  Ο ΔΑΣ είχε σημαντικη δράση  και στην αμοιβαία στήριξη με την εξίσου απειλούμενη –οπως αποδείχτηκε- Κύπρο. Είχαμε συνείδηση της προπαρασκευαζόμενης προδοσίας και κάναμε ο,τι μπορούσαμε, όχι μόνον να ρίξουμε την χούντα στην Ελλάδα, αλλά να ενισχυθεί το δημοκρατικό μέτωπο στην Κύπρο.
Συνεργάστηκα επίσης με διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, επιχειρώντας ενότητα στην δράση εναντίον της δικτατορίας.  Δουλέψαμε το 1973 τους περίφημους “Ανώνυμους”, όπως επίσης υπήρξε διερεύνηση για κοινή δράση με την ομάδα του Πάμπλο. Σ αυτή την διερεύνηση συνεργασίας, εκπροσωπούσα την ΣΕΠ και την ομάδα του Πάμπλο ο Σπύρος Μπαφαλούκος.  Ειδικότερα στην άγρια περίοδο του Ιωαννίδη, μετά το Πολυτεχνείο, το 73-74, αναπτύξαμε κοινή δράση της ΣΕΠ με οργανώσεις όπως οι “Μπολσεβίκοι” και  ο “Μαχητής”.
Στο Πανεπιστήμιο μου στα Γιάννενα, ήμουν ο εκδότης του περιοδικού “Σηματωρός” το 1972 (τό έκλεισε η χούντα στο δεύτερο τεύχος και ήταν η πρώτη σύλληψη μου από τις τέσσερις συνολικά συλλήψεις μου του 72-74 από την Ασφάλεια, πρός “σωφρονισμό”). Δούλεψα  το 70-73 επίσης με τον Χάρη Καμπουρίδη , τον Ερατοσθένη Καψωμένο, τον Παναγιώτη Νούτσο για τις πολιτιστικές δράσεις στο Πανεπιστήμιο. Για να αποκτήσουμε την Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που αποδείχτηκε μια εστία αντίστασης κατά της χούντας και μαζικοποίησης του παράπλευρα αναπτυσσόμενου φοιτητικού κινήματος. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες συσπείρωσης των δημοκρατικών φοιτητών απέναντι στη χούντα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι καθηγητές Φάνης Κακριδής και Μανόλης Παπαθωμόπουλος, οι οποίοι και διώχθηκαν από το καθεστώς για το φρόνημα και το δημοκρατικό ήθος που επέδειξαν. Οπως επίσης αξίζει να σημειωθεί ο κορυφαίος ρόλος στην δημιουργία  και ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος στα Γιάννενα της Πόπης Βουτσινά (της “μικρής Αντιγόνης” του ΕΑΤ ΕΣΑ, όπως την αποθανάτισε ο συγκρατούμενος της Μίμης Μαρωνίτης), του ατρόμητου απέναντι στους βασανιστές του Νίκου Ράπτη και του αδιάλλακτα μαχητικού Σταύρου Κουρεμένου.
Στην εξέγερση του Πολυτεχνείου του 1973, η Γενική Συνέλευση των φοιτητών στα Γιάννενα, με εξέλεξε στην Επιτροπή Αγώνα, έτσι ώστε, γι αυτή την πλευρά της δράσης μου, να συλληφθώ και να περάσω τη γνωστή διαδρομή της ανάκρισης από την Ασφάλεια και την ΕΣΑ.
Τα πέντε μέλη της “Επιτροπής Αγώνα” του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στην εξέγερση του Νοέμβρη, ήταν οι Πέτρος Ευθυμίου, Μανόλης Κολοκυθάς,  Σπύρος Παπαδόπουλος,  Σταύρος Ναξάκης, Δανιήλ Σπαρτιάτης. Αλλά, φυσικά, τόσοι και τόσες είναι αυτοί που συμπαρατάχθηκαν με πάθος και κόστος στην εξέγερση. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου είχε πάψει να είναι η αντίσταση των οργανώσεων και των λίγων δεκάδων μελών τους κατά της χούντας. Ηταν η ώρα που την  Ιστορία την γράφουν οι πολλοί.
Εχοντας αυτή την βιωματική σχέση με την δικτατορία και την αντίσταση, καταθέτω μετά από πενήντα χρόνια, χωρίς φόβο και πάθος την αλήθεια, που πολλοί και ποικίλοι μύθοι επιχειρούν να ωραιοποιήσουν, να συγκαλύψουν, ή να συκοφαντήσουν.
Η αλήθεια –όπως εγώ τουλάχιστον την βίωσα- είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν αντιστάθηκε στην Χούντα ενεργά. Δεν υπάρχει ίχνος αναλογίας για παράδειγμα στην παλλαική ενεργό στράτευση του 41-44 στην Εθνική Αντίσταση με την Αντίσταση του 67-74.
Φυσικά και δεκάδες χιλιάδες “φακελωμένοι” αριστεροί συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και στάλθηκαν σε φυλακές και ξερονήσια. Αλλά αυτοί ήταν στελέχη και πολιτικός χώρος με παλιούς λογαριασμούς. Εννοώ ότι στην περίοδο 1967-1972 –ως το φοιτητικό κίνημα- συγκριτικά πολλοί λίγοι πολίτες  επέλεξαν να στρατευθούν ενεργά και οργανωμένα στην αντίσταση κατά του χουντικού καθεστώτος. Με όποιο τρόπο και να το υπολογίσει κανείς, τα μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων είναι αμφίβολο αν ξεπέρασαν τις εκατοντάδες, και με τον περίγυρο των συμπαθούντων να αριθμούσαν τελικά κάποιες λίγες χιλιάδες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει –με κανέναν τρόπο- ότι ο ελληνικός λαός αποδέχτηκε την χούντα ή, έστω , ανέχθηκε την δικτατορία.
Εκτός από τους χαφιέδες, τους επαγγελματίες εθνικόφρονες, και τα οικονομικά λαμόγια που αγκάλιασαν το καθεστώς, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων κράτησε απόσταση από την χούντα. Εστω με την μορφή των ανεκδότων, με την παρακολούθηση ξένων σταθμών για πραγματική ενημέρωση, με την περιφρόνηση και αποξένωση που επιφύλασσε στους εκπροσώπους του καθεστώτος, ο λαός έδωσε σαφές σήμα ότι η χούντα είναι ξένο σώμα στον κοινωνικό κορμό. Γι αυτό άλλωστε, με ορατό και χυδαίο τρόπο, η χούντα καθιστούσε σαφές ότι το κύριο όπλο επιβολής της είναι η βία και ο φόβος.
Ταυτόχρονα, ήταν φανερό, ότι υπήρχε πάντα  στον λαό, «φωτιά κάτω από την στάχτη», κατά την έξοχη διατύπωση του Τζον Στάινμπεκ για την αντίσταση κατά του ναζισμού.
Στην κηδεία του Γιώργου Παπανδρέου, του «Γέρου της Δημοκρατίας» το 1968, στην κηδεία του Γιώργου Σεφέρη το 1971,  στο  μνημόσυνο του Γερου το 1973, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λαού, έδειξαν ότι μπορεί να σπάσουν το φράγμα του φόβου και να δράσουν ομαδικά κατά της χούντας. Δεν υπήρχε όμως αντίστοιχα η οργανωμένη και πειστική δύναμη για να δώσει σταθερή κατευθυνση και έκφραση σ αυτή την διαθεσιμότητα.
Η Αντίσταση των οργανώσεων, είχε δύο βασικά διαφορετικά χαρακτηριστικά.  Υπήρχαν καταρχήν οι οργανώσεις που αποτελούσαν προέκταση των προδικατορικών κομμάτων και πολιτικών δυνάμεων. Για παράδειγμα άλλες αντιστασιακές οργανώσεις δημιούργησε και κατηύθυνε το ΚΚΕ (Εσωτερικού) άλλες το ΚΚΕ (που τότε λεγόταν «εξωτερικού»). Πολλές οργανώσεις αντιστοιχούσαν στην παλαιά «αριστερά του Κέντρου». Αλλες ομάδες αντιστοιχούσαν στην Δεξιά που κάλυπτε η  στάση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και άλλες εξέφραζαν τον φιλοβασιλικό χώρο.
Λίγο πολύ όλες αυτές οι δυνάμεις συστοιχήθηκαν στα αντίστοιχα κόμματα της Μεταπολίτευσης. Αξίζει όμως να σημειωθεί, ότι στην μεγάλη τους πλειοψηφία , οι κομματικοί οργανισμοί δεν ανέδειξαν ποτέ στην ηγεσία τους αντιστασιακούς που με ρίσκο και κόστος, με παράτολμες ενέργειες, με φυλακές και διώξεις τίμησαν το νόημα της έννοιας του πολίτη. Ισως γιατί, τα κόμματα, που γρήγορα μεταβάλλονται σε γραφειοκρατικούς οργανισμούς εξουσίας, ήταν καχύποπτα απέναντι στους αγωνιστές της δικτατορίας, οι οποίοι, στον εφτάχρονο αγώνα, είχαν διαμορφωθεί πολιτικά με αυτόνομο και ακηδεμόνευτο τρόπο.  Αξίζει, πιστεύω, να διερευνηθεί η αναλογία της  επιφύλαξης με την οποία  αντιμετώπιζε η ηγεσία του ΚΚΕ  τους «καπετάνιους», που γέννησε και ανέπτυξε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας το 41-44, με την τύχη των αγωνιστών κατά της δικτατορίας στην μεταπολιτευτική συγκρότηση των κομμάτων. Ο  Αρης Βελουχιώτης και ο Αλέκος Παναγούλης αποτελούν, ενδεχομένως,  τα κλασικά εμβληματικά πρόσωπα για την  διερεύνηση αυτής της αναλογίας.
Υπήρχαν όμως και πολυάριθμες οργανώσεις, οι οποίες δεν είχαν αντιστοιχία με τα προδικτατορικά πολιτικά κόμματα και δεν επιδίωκαν την παλινόστηση του παλαιού κοματικού  καθεστώτος. Αυτές οι οργανώσεις, διεκδικούσαν μια διαφορετική μεταδικτατορική Ελλάδα, με πραγματική δημοκρατία, απαλλαγμένη από τις στρεβλώσεις της προδικτατορικής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικης ζωής.
Νομίζω μάλιστα, ότι η πολιτική ιδιοφυΐα του Ανδρέα Παπανδρέου είναι ότι με την ίδρυση του ΠαΣοΚ εξέφρασε την δυναμική αυτού του αυθεντικού νέου ρεύματος, που απελευθέρωσε ο αντιδικτατορικός αγώνας.
Η πραγματική τομή επομένως, που έφερε η δικτατορία, είναι ότι αυτή η σχετικά μικρή, αριθμητικά,  «μαγιά», των αντιστασιακών οργανώσεων, με τις προκηρύξεις, τις βόμβες, το στραπατσάρισμα της βιτρίνας του καθεστώτος στις δίκες, με απολογίες-φωτιά, έδρασαν ως καταλύτης στην συνείδηση μιας νέας γενιάς. Είτε σε ανθρώπους, όπως εγώ, που η δικτατορία με βρήκε 17 χρονών, είτε στους αμέσως επερχόμενους, αυτούς που ονομάστηκαν «γενιά του Πολυτεχνείου».
Θυμάμαι ότι μοίραζα υλικό που κατήγγειλε τα βασανιστήρια σε μια ομάδα του ΠΑΜ με την Μαργαρίτα Γιαραλή, την Σελήνη Σαββινίδου και τόσους και τόσες άλλες. Το 1976 βάφτισα την κόρη μου Σελήνη, από την ομορφιά που έδωσε, μέσα μου,  στο όνομα, η Σαββινίδου.
Οσοι αγωνιστήκαμε οργανωμένα το 1967 με 1972, είμασταν τελικά σαν τους Κουρήτες που προστάτευσαν την γέννηση του Δία. Την ώρα που είχε καταρρεύσει ο προδικτατορικός πολιτικός κόσμος, μια νέα γενιά έμπαινε στο προσκήνιο, χωρίς δεσμά και εξαρτήσεις. Μια γενιά με ανοιχτούς ορίζοντες, καθώς ρουφάγαμε διψασμένα την εξέγερση του Μάη του 68, το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ στην Αμερική, μας ενέπνεε ο Τσέ, αλλά είμασταν αλληλέγγυοι στον Γιάν Πάλλατς. Ακούγαμε Θεοδωράκη , Χατζηδάκη, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο, Σαββόπουλο, αλλά ακούγαμε και Μπήτλς και Ρόλλινγκ Στόουνς , και ρόκ και σοουλ, και αγαπάγαμε εξίσου τον Ξυλούρη όσο και το Γούντστοκ.
Αυτοί οι πρώτοι ,ακηδεμόνευτοι απο το προδικτατορικό πολιτικό σκηνικό πυρήνες, αποτέλεσαν, σε έναν σημαντικό βαθμό το περιβάλλον της γέννησης του φοιτητικού κινήματος, που άρχισε δειλά το 1971, εξαπλώθηκε το 1972 και κορυφώθηκε στο Πολυτεχνείο το 1973.  Το φοιτητικό κίνημα ήταν ο πραγματικός καταλύτης της απονομιμοποίησης της χούντας και εν τέλει της κατάρρευσης της, μετά την προδοσία της Κύπρου.
Ηταν επίσης το φοιτητικό κίνημα η εκφραση του Δία της λαικής οργής. Γι αυτό και η εξέγερση του Πολυτεχνείου έγινε σύμβολο παλλαικού και όχι μονον φοιτητικού αγώνα εναντίον της Χούντας.

Ταυτόχρονα, η γενιά της αντιδικτατορικής αντίστασης και η γενιά του Πολυτεχνείου, αποτέλεσαν καταλυτικό παράγοντα ανανέωσης της πολιτικής και των θεσμών της . Το βιβλίο αναφοράς του Κώστα Κορνέτη “Τα παιδιά της δικτατορίας”, εύστοχα ειπώθηκε, ότι “καταδεικνύει –χωρίς να εξωραίζει- πως σε αντίθεση με την πρόσφατη δαιμονοποίηση της, η περίφημη “Γενιά του Πολυτεχνείου” αναδείχθηκε σε βασικό φορέα εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.”
Συμπυκνώνοντας αυτή την προσωπική βιωματική μαρτυρία, νομίζω ότι “μόνον τιμή πρέπει” σε όσους τάχθηκαν τότε στις Θερμοπύλες του χρέους. Και ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο βλακώδες ιστορικά, από να μπερδεύεις διαφορετικής κατηγορίας στάσεις και δράσεις, με διαφορετικής τάξεως και αιτιολογίας αποτελέσματα. Κανείς δεν διανοήθηκε να κατηγορήσει τους επαναστάτες του 1821 για την Επανάσταση, επειδή μετά την εκδίωξη των Τούρκων δυναστών, έγιναν όσα δεν μας αρέσουν, απο την λυμφατική μετεπαναστατική δημοκρατία, ως τα εξαρτημένα από τις ξένες δυνάμεις κόμματα.
Ομως στην  Ελλάδα της κρίσης, υπάρχουν πλήθη που κραυγάζουν ότι “η Χούντα δεν έπεσε το 73” αλλά κυβερνά αδιάλειπτα την χώρα, ενώ όσοι αγωνίστηκαν εναντίον της, είναι οι υπαίτιοι της σημερινής κακοδαιμονίας.
Στην ζωή μου νιώθω πάντα εκπαιδευτικός. Το  ιστορικό και διατηρητέο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο που τέλειωσα στην Λάρισα, έχει τώρα μέτωπο στην μετονομασθείσα “Οδό Ηρώων Πολυτεχνείου”. Σκέφτομαι με τρόμο την θέση του δασκάλου αν ένα παιδί,  που έχει ακούσει σε ενα πρωινάδικο ότι “την χώρα την χρεωκόπησε η γενιά του Πολυτεχνείου” τον ρωτήσει αν πρόκειται για τους ίδιους “Ηρωες του Πολυτεχνείου” που τιμούν στην σχολική γιορτή και ονομάτισαν και τον δρόμο του σχολείου τους.
Αλλά είναι γνωστό, ότι ασφαλείς ήρωες στην Ελλάδα είναι μόνον οι νεκροί ήρωες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Αρχειοθήκη ιστολογίου